εκφατνίζω


εκφατνίζω
ἐκφατνίζω (AM)
μσν.
μέσ. (για δόντι) βγαίνω από το φάτνωμά μου, ξεριζώνομαι, πέφτω
αρχ.
1. ρίχνω έξω από τη φάτνη, απορρίπτω
2. μέσ. τρώω έξω από τη φάτνη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐκφατνιζομένων — ἐκφατνίζω throw out of the manger pres part mp fem gen pl ἐκφατνίζω throw out of the manger pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφατνίζει — ἐκφατνίζω throw out of the manger pres ind mp 2nd sg ἐκφατνίζω throw out of the manger pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφατνίζειν — ἐκφατνίζω throw out of the manger pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκφατνίζεσθαι — ἐκφατνίζω throw out of the manger pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)